Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2008

Η ανάκριση του άντρα με τις πολλές καρδιές




Ποια είναι αυτή που έχεις στην αγκαλιά σου;

Είναι αυτή στην οποία εναπόθεσα τα οστά μου
κι έχτισα ένα σπίτι που ήταν μόνο μία κλίνη
κι έχτισα μια ζωή που κράτησε πάνω από μία ώρα
κι έχτισα ένα κάστρο όπου δε ζει κανείς
κι έχτισα, τελικά, ένα τραγούδι
για να ταιριάζει με την τελετή.

Γιατί την έφερες εδώ;
Γιατί χτυπάς την πόρτα μου
με τα λιγοστά σου αποθέματα και τα τραγούδια σου;


Ενώθηκα μαζί της όπως ενώνεται ο άντρας
με τη γυναίκα, αν και δεν υπήρχε χώρος
για εορτασμούς και τυπικότητες
κι αυτά τα πράγματα μετράνε, ξέρετε, για μια γυναίκα.
Και ζούμε, βλέπετε, σε κλίμα ψυχρό
και δεν μας επιτρέπεται να φιλιόμαστε στο δρόμο
έτσι επινόησα ένα τραγούδι που δεν ήταν αληθινό.
Επινόησα ένα τραγούδι που το λένε Γάμο.

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2008

Φεύγεις, έφυγες



Πάνω από πέτρινους τοίχους και αχυρώνες,
χιλιάδες μίλια μακριά από τις μαυρομάτες Σούζαν,
πάνω από σκηνές του τσίρκου και σεληνακάτους
φεύγεις, φεύγεις.
Εσύ που με κατοίκησες
στο πιο βαθύ και πιο σπασμένο μου κομμάτι,
φεύγεις, φεύγεις.

Μια γριά γυναίκα σε φωνάζει.
Από το νεκροκρέβατό της, όλο πόνο
σε ρωτά «Λοιπόν, τι θα σου μείνει από δαύτη;».
Είναι ο πυρήνας όλων των μύθων.
Είναι η τρελή του δείπνου
κι εσύ ο ταξιδευτής.

Παρά το ότι βιάζεσαι
σταματάς για ν’ ανοίξεις ένα μικρό καλάθι
και κάτω από τακτοποιημένα μισοφόρια
της δείχνεις τα μάτια με τις ραβδώσεις της τίγρης
που ξερίζωσες πρόσφατα,
της δείχνεις την ειδικότητά σου, τα χείλη,
αυτές τις δύο πρέσες
που άγρια τη σφίγγουν.
Το ένας χείλος μου ανήκει,
το άλλο είναι δικό σου.
Αποσπάστηκαν απ’ το οστό του καρπού
όταν ξεχύθηκες
στην ακατόρθωτη φυγή, έφυγες.

Τότε ακουμπάς το καλάθι
στην κούφια ποδιά της γριάς.
Ως τελευταία πράξη εκείνη χαϊδεύει
αυτά τα τεχνουργήματα σα να ‘ταν παιδικό κεφάλι
και μουρμουρίζει «πολύτιμα, πολύτιμα».
Κι εσύ χαίρεσαι που της τα 'δωσες
γιατί κι αυτή, ένα ταξίδι κάνει.

***

Η παρούσα μετάφραση περιλαμβάνεται στην ανθολογία "Anne Sexton - Ποιήματα" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Printa.

Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2008

Η μαύρη τέχνη




Μια γυναίκα που γράφει βιώνει με υπερβολή
αυτές τις στιγμές έκστασης και τους οιωνούς!
Σα να μην έφταναν οι κύκλοι της
και τα παιδιά και τα νησιά. Σα να μην έφταναν
οι πενθούντες κι οι κουτσομπόληδες και τα λαχανικά.
Νομίζει ότι μπορεί να ζεστάνει τ’ αστέρια.
Ο συγγραφέας είναι ουσιαστικά κατάσκοπος.
Αγάπη μου, εγώ είμαι αυτό το κορίτσι.

Ένας άντρας που γράφει γνωρίζει υπερβολικά πολλά,
τόσα μάγια και φετίχ!
Σα να μην έφταναν
οι στύσεις και οι συνουσίες και τα προϊόντα.
Σα να μην έφτασαν ποτέ
οι μηχανές και οι γαλέρες και οι πόλεμοι.
Φτιάχνει ένα δέντρο με χρησιμοποιημένα έπιπλα.
Ο συγγραφέας είναι ουσιαστικά απατεώνας.
Αγάπη μου, εσύ είσαι αυτός ο άντρας.

Ποτέ δεν αγαπάμε τον εαυτό μας,
μισούμε ως και τα παπούτσια μας και τα καπέλα,
αγαπάμε ο ένας τον άλλον, πολύτιμος, πολύτιμη.
Τα χέρια μας είναι αχνά γαλάζια και απαλά.
Τα μάτια μας γεμάτα τρομερές εξομολογήσεις.
Μα όταν παντρευόμαστε
τα παιδιά φεύγουν με αηδία.
Υπάρχει υπερβολικά πολύ φαγητό
και δεν έχει απομείνει κανείς
για να αποφάει όλη αυτήν
την αλλόκοτη αφθονία.

****
Το πρωτότυπο εδώ.

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2008

Μαθήματα στην πείνα



«Σου αρέσω;»
ρώτησα το μπλε σακάκι.
Καμία απάντηση.
Σιωπή αναπήδησε απ’ τα βιβλία του.
Σιωπή έσταξε απ’ τη γλώσσα του
και κάθισε ανάμεσά μας
κι έφραξε το λαιμό μου.
Έσφαξε την εμπιστοσύνη μου.
Άρπαξε από το στόμα μου τσιγάρα.
Ανταλλάξαμε λέξεις τυφλές
και δεν έκλαψα,
δεν ικέτεψα,
μαυρίλα πλάκωσε την καρδιά μου
και κάτι που είχε υπάρξει καλό,
ένα είδος φιλεύσπλαχνου οξυγόνου,
έγινε φούρνος του γκαζιού.
Σου αρέσω;
Τι εξωφρενικό!
Τι ερώτηση είναι αυτή;
Τι σιωπή είναι αυτή;
Και γιατί περιφέρομαι ακόμα εδώ
διάτρητη απ’ όσα είπε η σιωπή του;


7 Αυγούστου 1974

****

Η παρούσα μετάφραση περιλαμβάνεται στην ανθολογία "Anne Sexton - Ποιήματα" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Printa.

Τετάρτη, 7 Μαΐου 2008

Τα κουδουνάκια




Στον τσιμεντένιο τοίχο  σήμερα
ξεφλουδίζει η αφίσα του τσίρκου
και τα παιδιά το έχουν ξεχάσει
αν έμαθαν ποτέ  γι αυτό.
Θυμάσαι, πατέρα;
Μόνο ο ήχος παραμένει,
ο μακρινός  βρόντος των καλών ελεφάντων,
η φωνή των αρχαίων λιονταριών
και το τρέμολο των κουδουνιών
για τον ιπτάμενο  άνθρωπο.
Εγώ, γελώντας,
στον  ώμο σου  ψηλά
ή μικροσκοπική μπρος στα τραχιά πόδια των αγνώστων,
δεν φοβόμουν.
Μου κρατούσες το χέρι
κι αμέσως  μου εξηγούσες
τους τρεις κύκλους  του κινδύνου.

Αχ, να ο άτακτος κλόουν
και η ξέφρενη  παρέλαση
ενώ η αγάπη, η αγάπη
η αγάπη με κύκλωνε.
Ξεκίνησε από αυτόν τον ήχο.
Με κομμένη την ανάσα
βλέπαμε τον ιπτάμενο άνθρωπο
να προτάσσει το στήθος
στον  σανιδένιο ουρανό,
να αναρριχάται στον αέρα.
Θυμάμαι το χρώμα της μουσικής
και το πώς  όλοι οι τρεμάμενοι ήχοι σου
ήταν παντοτινά  δικοί μου.


***

Πρώτη δημοσίευση στο PoeticaNet

Η Ερινύα του δειλινού




Κάτι
κρύο στον αέρα
μια αύρα πάγου
και φλέγμα.
Όλη τη μέρα έχτιζα
μια ολόκληρη ζωή και τώρα
ο ήλιος βυθίζεται για να
την καταργήσει.
Ο ορίζοντας ματώνει
και πιπιλίζει το δάχτυλό του.
Ο μικρός κόκκινος αντίχειρας
χάνεται από τα μάτια μου.
Κι αναρωτιέμαι μόνη μου
γι αυτήν την ολόκληρη ζωή,
γι αυτό το όνειρο που ζω.
Θα μπορούσα να φάω τον ουρανό
σαν μήλο
όμως καλύτερα
να ρωτήσω το πρώτο αστέρι:
Γιατί βρίσκομαι εδώ;
Γιατί ζω σ’ αυτό το σπίτι;
Ποιος ευθύνεται;
Ε;

***
Το πρωτότυπο εδώ.

Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2008

Η μεγάλη καρδιά




«Συμβαίνουν τόσα πολλά πράγματα που ακόμα και μια μεγάλη καρδιά δε θα μπορούσε ν’ αντέξει».
Από ένα δοκίμιο του W.B. Υeats.


Μεγάλη καρδιά,
πλατιά σαν καρπούζι
αλλά σοφή σαν γέννημα,
υπάρχει τόσο μεγάλη αφθονία
στους ανθρώπους που έχω:
τον Μαξ, τη Λόις, τον Τζο, τη Λουίζ,
τη Τζόαν, τη Μαρί, τον Ντον,
την Αρλίν, τον πάτερ Νταν.
Όλοι μου προσφέρουν κατ’ επανάληψη
απ’ τις μικρές ζωές τους,
με τον τρόπο που η θάλασσα
ακουμπά τα πολλά δάχτυλά της στην ακτή,
ξανά και ξανά,
και με ξέρουν,
με βοηθούν να βρω την άκρη μου,
ακούνε με αυτιά φτιαγμένα από όστρακα,
απαντούν με το κρασί της καλύτερης περιοχής.
Είναι το προσωπικό μου.
Με παρηγορούν.

Μαθαίνουν τώρα
ότι η αρτηρία της ψυχής μου έχει κοπεί
και η ψυχή μου αναβλύζει μπροστά τους,
αιμορραγεί πάνω τους
λερώνοντας τα ρούχα τους,
βρομίζοντας τα παπούτσια τους.

Και ο Θεός με γεμίζει,
αν και υπάρχουν καιροί αμφιβολίας
τόσο βαθιάς όσο το Γκραν Κάνυον -
κι όμως ο Θεός με γεμίζει.
Μου δίνει τις σκέψεις των σκύλων,
την αράχνη στον περίπλοκο ιστό της,
τον ήλιο
σε όλη την κατάπληξή του,
κι ένα σφαγμένο κριάρι
που είναι η δόξα,
το πανάκριβο μυστήριο,
και την καρδιά μου
που είναι πολύ μεγάλη,
τ’ ορκίζομαι, είναι πολύ μεγάλη,
ένα τέρας των ειδών,
που τα χωράει όλα –
ολόκληρο το μένος της αγάπης.

***

Η παρούσα μετάφραση περιλαμβάνεται στην ανθολογία "Anne Sexton - Ποιήματα" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Printa.

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2008

Θυμάμαι




Ως τις αρχές Αυγούστου
τα αόρατα σκαθάρια είχαν αρχίσει
να ροχαλίζουν και το γρασίδι
ήταν τόσο σκληρό σαν ινδική κάνναβη και
δεν είχε χρώμα – ακριβώς όπως
κι η άμμος δεν έχει χρώμα και
είχαμε φορέσει τα γυμνά μας πόδια,
γυμνά από τις είκοσι
Ιουνίου και υπήρχαν φορές που
ξεχάσαμε να κουρδίσουμε το
ξυπνητήρι σου και κάποια βράδια
ήπιαμε το τζιν μας ζεστό και σκέτο
σε παλιά σκαλιστά ποτήρια ενώ
ο ήλιος εξέπνεε και χανόταν
σαν ένα κόκκινο ζωγραφιστό καπέλο και
μια μέρα έδεσα πίσω τα μαλλιά μου
με μια κορδέλα και είπες
ότι έμοιαζα σχεδόν με
πουριτανή κυρία και αυτό
που θυμάμαι καλύτερα απ' όλα είναι ότι
η πόρτα του δωματίου σου ήταν
η πόρτα του δικού μου.

***
Το πρωτότυπο εδώ.

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2008

Μικρή



Χιλιάδες πόρτες πίσω
όταν ήμουνα παιδί μοναχικό
σ' ένα μεγάλο σπίτι με τέσσερα
γκαράζ και ήταν καλοκαίρι
απ' όσο μπορώ να θυμηθώ,
ξάπλωνα τη νύχτα στο γρασίδι
το τριφύλλι να ζαρώνει πάνω μου
τα άστρα σφηνωμένα από πάνω μου
το παράθυρο της μητέρας μου φουγάρο,
κίτρινη ζέστη που έβγαινε,
το παράθυρο του πατέρα μου μισόκλειστο,
ένα μάτι όπου περνούν οι κοιμισμένοι,
και οι σανίδες του σπιτιού
ήτανε λείες και λευκές σαν το κερί
και πιθανόν χιλιάδες φύλλα
ν' αρμένιζαν στους παράξενους μίσχους τους
και τα τριζόνια να τραγουδούσαν μαζί
κι εγώ, στο ολοκαίνουριο σώμα μου,
που δεν ήταν ακόμα σώμα γυναίκας,
έκανα τις ερωτήσεις μου στ' αστέρια
και πίστευα ότι ο Θεός μπορούσε στ' αλήθεια να δει
τη ζέστη και το χρωματισμένο φως
αγκώνες, γόνατα, όνειρα, καληνύχτα.

***
Το πρωτότυπο εδώ.

Εμφύλιος πόλεμος




Είμαι στα δύο κομμένη
αλλά θα με νικήσω.
Θα ξεθάψω την περηφάνια μου.
Θα πάρω το ψαλίδι
και θα την κόψω τη ζητιάνα.
Θα πάρω το λοστό
και θα ξεσφηνώσω τα σπασμένα
κομμάτια του Θεού από μέσα μου.
Σαν ένα παζλ
θα Τον συναρμολογήσω πάλι
με την υπομονή ενός σκακιστή.

Πόσα κομμάτια;

Νιώθω πως είναι χιλιάδες.
Ο Θεός ντύθηκε πόρνη
σε μια γλίτσα από πράσινα φύκια.
Ο Θεός ντύθηκε γέρος,
τρεκλίζοντας έχασε τα παπούτσια Του.
Ο Θεός ντύθηκε παιδί,
ολόγυμνος,
δίχως δέρμα καν,
μαλακός σαν ξεφλουδισμένο αβοκάντο.
Και άλλα, και άλλα και άλλα.


Αλλά θα τους νικήσω όλους
και θα χτίσω ένα ολόκληρο έθνος του Θεού
μέσα μου αλλά ενωμένο -
θα χτίσω καινούρια ψυχή,
θα τη ντύσω με δέρμα
και μετά θα φορέσω το πουκάμισό μου
και θα τραγουδήσω έναν ύμνο,
ένα τραγούδι του εαυτού μου.

***

Η παρούσα μετάφραση περιλαμβάνεται στην ανθολογία "Anne Sexton - Ποιήματα" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Printa.

Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2008

Για τον εραστή μου που επέστρεψε στη γυναίκα του




Εκείνη είναι πάντα εκεί.
Την έλιωσαν προσεκτικά για σένα,
χύθηκε στο εκμαγείο της παιδικής σου ηλικίας
των εκατό αγαπημένων βόλων σου.

Εκείνη ήταν πάντα εκεί, αγάπη μου.
Πραγματικά, είναι θεσπέσια.
Σαν πυροτέχνημα στα μέσα του μουντού Φλεβάρη
και απτή σαν σκεύος από χυτοσίδηρο.

Ας είμαστε ειλικρινείς, εγώ ήμουν περιστασιακή.
Είδος πολυτελείας. Ένα φανταχτερό κόκκινο
καΐκι στο λιμάνι.
Τα μαλλιά μου βγαίνουν σαν καπνός από το παράθυρο
του αυτοκινήτου.
Οστρακοειδή εκτός εποχής.

Εκείνη είναι κάτι περισσότερο απ' αυτό. Είναι αυτό που
πρέπει να 'χεις,
εκείνη ανέπτυξε την πρακτική, την τροπική σου
καλλιέργεια.
Μαζί της δεν πειραματίζεσαι. Εκείνη είναι γεμάτη αρμονία.
Φροντίζει τα κουπιά, τις δέστρες στο βαρκάκι,
έβαλε αγριολούλουδα στο παράθυρο το πρωί,
έκατσε πλάι στον τόρνο του αγγειοπλάστη το μεσημέρι,
αράδιασε τρία παιδιά κάτω από τη σελήνη,
τρία χερουβείμ ζωγραφισμένα από τον Μιχαήλ Άγγελο.

Τα έκανε όλα αυτά με τα πόδια της σε διάσταση
τους τρομερούς μήνες στο παρεκκλήσι.
Αν κοιτάξεις επάνω, τα παιδιά είναι εκεί,
ντελικάτα μπαλόνια που στο ταβάνι ξεκουράζονται.

Τα έχει συνοδεύσει στο διάδρομο
μετά το δείπνο, τα κεφάλια τους σκυμμένα,
δύο πόδια διαμαρτύρονται, γόνατο με γόνατο,
το πρόσωπό της ζωντανεύει από ένα τραγούδι και τον
ανάλαφρό τους ύπνο.

Σου δίνω πίσω την καρδιά σου.
Σου δίνω το ελεύθερο -

για το φυτίλι μέσα της που θυμωμένα
αναπηδά μέσα στη λάσπη, για τη σκύλα μέσα της
για να θάψεις την πληγή της,
για να θάψεις τη μικρή κόκκινη πληγή της ζωντανή -

για την αχνή λάμψη που τρεμοσβήνει κάτω από τα πλευρά της,
για τον μεθυσμένο ναυτικό που περιμένει στον αριστερό
σφυγμό της,
για το γόνατο της μάνας, για τις μακριές κάλτσες,
για τις ζαρτιέρες, για το κάλεσμα -

το περίεργο κάλεσμα
όταν θα χώνεσαι σε αγκαλιές και στήθη
και θα τραβάς με βία την πορτοκαλιά κορδέλα
των μαλλιών της
και θα ανταποκρίνεσαι στο κάλεσμα, στο περίεργο
κάλεσμα.

Είναι τόσο γυμνή και μοναδική.
Είναι το άθροισμα του εαυτού σου και των ονείρων σου.
Σκαρφάλωσέ την σαν μνημείο, βήμα προς βήμα.
Εκείνη είναι στέρεη.

Όσο για μένα, εγώ είμαι νερομπογιά.
Φεύγω με το νερό.

****

Η παρούσα μετάφραση περιλαμβάνεται στην ανθολογία "Anne Sexton - Ποιήματα" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Printa.