Τετάρτη, 7 Μαΐου 2008

Τα κουδουνάκια




Στον τσιμεντένιο τοίχο  σήμερα
ξεφλουδίζει η αφίσα του τσίρκου
και τα παιδιά το έχουν ξεχάσει
αν έμαθαν ποτέ  γι αυτό.
Θυμάσαι, πατέρα;
Μόνο ο ήχος παραμένει,
ο μακρινός  βρόντος των καλών ελεφάντων,
η φωνή των αρχαίων λιονταριών
και το τρέμολο των κουδουνιών
για τον ιπτάμενο  άνθρωπο.
Εγώ, γελώντας,
στον  ώμο σου  ψηλά
ή μικροσκοπική μπρος στα τραχιά πόδια των αγνώστων,
δεν φοβόμουν.
Μου κρατούσες το χέρι
κι αμέσως  μου εξηγούσες
τους τρεις κύκλους  του κινδύνου.

Αχ, να ο άτακτος κλόουν
και η ξέφρενη  παρέλαση
ενώ η αγάπη, η αγάπη
η αγάπη με κύκλωνε.
Ξεκίνησε από αυτόν τον ήχο.
Με κομμένη την ανάσα
βλέπαμε τον ιπτάμενο άνθρωπο
να προτάσσει το στήθος
στον  σανιδένιο ουρανό,
να αναρριχάται στον αέρα.
Θυμάμαι το χρώμα της μουσικής
και το πώς  όλοι οι τρεμάμενοι ήχοι σου
ήταν παντοτινά  δικοί μου.


***

Πρώτη δημοσίευση στο PoeticaNet

Η Ερινύα του δειλινού




Κάτι
κρύο στον αέρα
μια αύρα πάγου
και φλέγμα.
Όλη τη μέρα έχτιζα
μια ολόκληρη ζωή και τώρα
ο ήλιος βυθίζεται για να
την καταργήσει.
Ο ορίζοντας ματώνει
και πιπιλίζει το δάχτυλό του.
Ο μικρός κόκκινος αντίχειρας
χάνεται από τα μάτια μου.
Κι αναρωτιέμαι μόνη μου
γι αυτήν την ολόκληρη ζωή,
γι αυτό το όνειρο που ζω.
Θα μπορούσα να φάω τον ουρανό
σαν μήλο
όμως καλύτερα
να ρωτήσω το πρώτο αστέρι:
Γιατί βρίσκομαι εδώ;
Γιατί ζω σ’ αυτό το σπίτι;
Ποιος ευθύνεται;
Ε;

***
Το πρωτότυπο εδώ.