Η Kara Morgan ερμηνεύει τον ρόλο της Anne Sexton στην όπερα "Μεταμορφώσεις" του Conrad Susa. (Maryland Opera Studio 2007)
Κυριακή 12 Ιουνίου 2011
Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011
Συζητάμε για την Anne Sexton
Συζητάμε για την Anne Sexton
Παρασκευή 03 Ιουνίου 2011,
8 μ.μ., Νικολάου Τρυπιά 45, Αμερικανική Γωνιά Νέας Φιλαδέλφειας
Η Αμερικανική Γωνιά της Νέας Φιλαδέλφειας σε συνεργασία με τη Βιβλιολέσχη Ν. Φιλαδέλφειας παρουσίαζουν
το έργο της Αμερικανίδας ποιήτριας 'Ανν Σέξτον. Ομιλήτρια η μεταφράστρια Δήμητρα Σταυρίδου
Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010
Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010
Η Anne Sexton διαβάζει (ΙI)
Η Anne Sexton διαβάζει το ποίημά της "Her kind" - "Ον του είδους της" από την ποιητική της συλλογή "To Bedlam and partway back" - "Προς το Μπέντλαμ και εν μέρει προς τα πίσω".
Η Anne Sexton διαβάζει (Ι)
Η Anne Sexton διαβάζει το ποίημά της "The truth the dead know" - "H αλήθεια που ξέρουν οι νεκροί" από την ποιητική της συλλογή All my pretty ones" - "Όλοι οι ακριβοί μου".
Ανθολογία "Anne Sexton - Ποιήματα" - εκδόσεις Printa
Από τις εκδόσεις Printa, και στη σειρά «Ποίηση για πάντα», κυκλοφόρησε η εκτενής ανθολογία Anne Sexton – Ποιήματα, σε μετάφραση της Δήμητρας Σταυρίδου. Την επιμέλεια της σειράς έχει η Παυλίνα Παμπούδη.
Η έκδοση περιλαμβάνει αντιπροσωπευτικά ποιήματα της Αν Σέξτον από το σύνολο του ποιητικού της έργου (τις δέκα ποιητικές συλλογές της) με σκοπό την όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένη παρουσίαση του έργου της στο ελληνικό κοινό.
Η Αν Σέξτον, βραβευμένη με το βραβείο Πούλιτζερ το 1967, είναι μία από τις σπουδαιότερες ποιήτριες των αμερικανικών γραμμάτων και θεωρείται η σημαντικότερη εκπρόσωπος της λεγόμενης εξομολογητικής ποίησης.
Η Σέξτον δεν δίστασε να φέρει στο φως θραύσματα από το «πιο βαθύ και πιο σπασμένο κομμάτι (της)», γράφοντας για πρώτη φορά τόσο ανοιχτά για τις εμπειρίες της από τις ψυχιατρικές κλινικές, τον αλκοολισμό του πατέρα της, τη βαριά επιρροή της μητέρας της στη ζωή της, την παιδική ηλικία, αλλά και τους εραστές της, τη μητρότητα, τη θηλυκότητα, την τρέλα και βεβαίως το θάνατο. Ήδη από την έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής της το 1960, τα ποιήματά της είχαν τεράστια απήχηση σε κοινό και κριτικούς και η ίδια ήταν εξαιρετικά δημοφιλής καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της.
Η ποίησή της, προσωπική, σαρκική και συχνά οδυνηρή, μιλά κυρίως για τους πάσχοντες που αναζητούν καταφύγιο στο θάνατο αλλά και για όσους επιλέγουν τη ζωή, συνειδητά και ξεκάθαρα, κόντρα σε «ένοχες ευχές» για το αντίθετο. Η ποιήτρια που είχε απόλυτη ανάγκη τους στενούς της ανθρώπους «για να της λένε ποια είναι» έζησε και έγραψε στα όρια, καταγράφοντας μια φρενήρη πτήση μεταξύ των ανώτατων και των κατώτατων σημείων του ανθρώπινου ψυχισμού και των ηδονικών απολαύσεων της ζωής, πτήση που τερματίστηκε –αναμενόμενα ίσως– με την αυτοκτονία της το 1974. Έκτοτε, η ποίηση της Αν Σέξτον εξακολουθεί να συγκλονίζει, λειτουργώντας σαν το «τσεκούρι για την παγωμένη θάλασσα μέσα μας».
Πέρα από την εκτενή εισαγωγή και τις σημειώσεις της μεταφράστριας, την έκδοση συμπληρώνει μια εκ βαθέων συνέντευξη της Αν Σέξτον στην επιθεώρηση Paris Review.
***
Anne Sexton Ποιήματα
Εισαγωγή-Μετάφραση: Δήμητρα Σταυρίδου
Σελ. 384
ISBN: 978-960-6624-33-9
Η ωραία κοιμωμένη
Φέρτε στο νου σας
ένα κορίτσι που γλιστράει συνεχώς,
με τα μπράτσα να καμπυλώνουν σαν γέρικα καρότα,
μέσα στην έκσταση του υπνωτιστή,
μέσα στον κόσμο των πνευμάτων
μιλώντας με το δώρο των γλωσσών.
Έχει κολλήσει στη μηχανή του χρόνου,
ξαφνικά είναι δύο χρονών και πιπιλά το δάχτυλό της,
σαν σαλιγκάρι στρέφεται προς τα μέσα,
μαθαίνει να μιλά ξανά.
Κάνει ένα ταξίδι.
Κολυμπά όλο και πιο μακριά, όλο και πιο πίσω,
σαν σολομός,
παλεύοντας να μπει μες το τσαντάκι της μητέρας της.
Μικρή κουκλίτσα,
έλα στον μπαμπά.
Κάτσε στο γόνατό μου.
Έχω φιλιά για το σβέρκο σου.
Μια δεκάρα για τις σκέψεις σου, Πριγκίπισσα.
Θα τις κυνηγήσω σαν να 'τανε σμαράγδια.
Γίνε το παιχνιδάκι μου
και θα σου δώσω ρίζες.
Αυτού του είδους το ταξίδι,
θεριεμένο σαν αγιόκλημα.
Τηλέφωνα
Να ένα κόκκινο βιβλίο που λέγεται ΤΗΛΕΦΩΝΑ
μεγέθους είκοσι επί δέκα. Ορίστε, εκεί είναι.
Το κόκκινο βιβλίο μου, όνομα, οδός, τηλέφωνο.
Όλοι αυτοί είν' άνθρωποι που κάπως τους κατέχω.
Κι όμως, πλαστά είναι κάποια απ' αυτά τα ονόματα.
Εκεί, πλάι στο Frigidaire και το Dictaphone ,
δίπλα στον Μαξ και τον Φρεντ και την Πέγκι και τον Τζον,
δίπλα στον Έρικ από το Σιάτλ και τον Σνουκ από το Σασκατσουάν
βρίσκονται όλα τα αγαπητά ονόματα. Ψεύδεται το μελάνι.
Γεια σας! Γεια σας! Αντίο. Και μετά διακοπή.
Κι έτσι εκτελώ έναν χορό θανάτου, έναν χορό
του αντίχειρα. Βάζω φιδοπουκάμισο
στο όνομα επάνω όμως δεν λέει να σβηστεί.
Το ίχνος του αντίχειρά μου πατάω με μελάνι.
Τρέχουν τα σάλια μου σε εκστασιασμό
και παίρνω πτύσμα και αίμα και κρασί και ασπιρίνη,
ένα μείγμα να φτιάξω, να το απλώσω στο πρόσωπό μου.
Μετά δαγκώνω τη σελίδα, μια παράξενη ερωμένη των νεκρών
και το ρολόι μου τραγουδάει “Γεια σας” και το όνομα ταΐζεται.
Όνομα, μέσα σου θα πνιγώ όπως η μητέρα στο ξίδι
γιατί σε έχω κληρονομήσει, μια αναβολή, μια μεταφορά.
Κι εσύ, που πέθανες χωρίς την έγκρισή μου, μάγε,
εσύ που δεν με αγάπησες ποτέ παρ' όλο που σου πρόσφερα
όλη τη ζάχαρη σαν έπεφταν τ' αστέρια, εσύ που μαύρισες
τον κήπο μου και το ισχιακό μου οστό
με το να καταγράφεις τα ψεγάδια μου,
εσύ που έβαλες κόλλα στο φλιτζάνι του καφέ μου
και σκουλήκια στο γλυκό μου,
εσύ που με άφησες να υποκριθώ
πως ήσουν ο πατερούλης των ποιημάτων,
μάγε, εσύ στέκεσαι
για όλους, για όλους τους κακούς νεκρούς,
μια Μπάντα του Στρατού της Σωτηρίας
που παίζει για κανέναν.
Είμαι τσιμέντο. Τυφλό το μέσα μου πουλί
καθώς μ' ένα μαχαίρι το όνομά σου
αφαιρώ και όλου του νεκρού σου είδους.
11 Σεπτεμβρίου 1972
***
Η παρούσα μετάφραση περιλαμβάνεται στην ανθολογία "Anne Sexton - Ποιήματα" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Printa.
Ρούχα

Φόρα ένα καθαρό πουκάμισο
πριν πεθάνεις, είπε κάποιος Ρώσος.
Κάτι που δε θα έχει σάλια, παρακαλώ,
ούτε λεκέδες από αυγό, ούτε αίμα,
ούτε ιδρώτα ή σπέρμα.
Με θέλεις καθαρή, Θεέ μου,
έτσι κι εγώ θα προσπαθήσω να υπακούσω.
Κάνει το καπέλο που φορούσα
όταν παντρεύτηκα;
Λευκό, πλατύ, με ψεύτικα λουλούδια σε μια μικρή σειρά.
Είναι παλιομοδίτικο κι έχει τόσο στιλ όσο ένα σκαθάρι,
όμως ταιριάζει να πεθάνεις φορώντας κάτι νοσταλγικό.
Θα πάρω και το πουκάμισο που φορούσα στα βαψίματα,
που έχει πλυθεί τόσες φορές και έχει φυσικά
λεκέδες από κάθε κίτρινη κουζίνα που έχω βάψει.
Θεέ μου, δε σε πειράζει να φέρω όλες τις κουζίνες μου;
Βαστούν τα γέλια της οικογένειας και τη σούπα.
Για στηθόδεσμο
(χρειάζεται να το αναφέρω;)
εκείνο το ενισχυμένο μαύρο που μόλις το 'βγαλα
με χλεύασε ο εραστής μου.
“Πού πήγε το υπόλοιπο;” μου είπε.
Θα πάρω και
τη φούστα της εγκυμοσύνης μου του ενάτου μήνα,
παράθυρο για της αγάπης την κοιλιά
απ' όπου ξεπετάχτηκαν ένα ένα τα μωρά σαν μήλα,
στο εστιατόριο σπάσανε τα νερά,
φτιάχνοντας ένα σπίτι θορυβώδες όπου θα 'θελα να πεθάνω.
Για εσώρουχα θα πάρω άσπρα βαμβακερά,
αυτά της παιδικής μου ηλικίας,
γιατί ήτανε της μάνας μου η γνώμη
πως τα καλά κορίτσια φοράνε μόνο άσπρο βαμβάκι.
Κι αν είχε ζήσει να το δει
θα μ' είχε επικηρύξει
για τα κόκκινα, τα μαύρα, τα μπλε που έχω φορέσει.
Όμως εγώ θα συμφωνούσα απολύτως
να πεθάνω σαν καλό κορίτσι
και να μυρίζω χλωρίνη και αποσμητικό.
Ως δεκαεξάρα
θα πέθαινα γεμάτη απορίες.
***
Η παρούσα μετάφραση περιλαμβάνεται στην ανθολογία "Anne Sexton - Ποιήματα" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Printa.
Επιθυμώντας να πεθάνω
Εφόσον ρωτάς, τις περισσότερες μέρες δεν μπορώ να θυμηθώ.
Μέσα στα ρούχα μου βαδίζω, δίχως σημάδια από εκείνο το ταξίδι.
Τότε η σχεδόν ακατονόμαστη λαγνεία επιστρέφει.
Ακόμα και τότε, δεν έχω τίποτα εναντίον της ζωής.
Ξέρω καλά εκείνο το παχύ γρασίδι που αναφέρεις,
τα έπιπλα που έβαλες κάτω από τον ήλιο.
Όμως οι απόπειρες έχουν μια γλώσσα ειδική.
Σαν μάστορες, θέλουν να ξέρουν ποια εργαλεία.
Ποτέ τους δε ρωτούν γιατί να χτίσω.
Δύο φορές διακήρυξα τόσο απλά τον εαυτό μου,
κυριαρχούσα στον εχθρό, έφαγα τον εχθρό,
και δέχτηκα την τέχνη, τη μαγεία του.
Μ' αυτό τον τρόπο, αναπαύτηκα,
βαριά και σκεπτική, θερμότερη από λάδι ή νερό,
με τα σάλια μου να τρέχουν απ' το στόμα.
Δεν σκέφτηκα το σώμα μου να το τρυπούν βελόνες.
Ακόμα και οι κερατοειδείς χαθήκαν και τα υπολείμματα
των ούρων.
Οι απόπειρες έχουν ήδη προδώσει το σώμα.
Θνησιγενείς, δεν πεθαίνουν πάντα,
μα θαμπωμένες, να λησμονήσουν δεν μπορούν ένα
ναρκωτικό τόσο γλυκό
που ακόμα και παιδιά χαμογελώντας θα το θαύμαζαν.
Να χώνεις όλη τούτη τη ζωή κάτω από τη γλώσσα σου!
Αυτό γίνεται πάθος από μόνο του.
Ο θάνατος είναι ένα λυπημένο κοκκαλάκι. Μελανιασμένο
θα 'λεγες
κι όμως με περιμένει, χρόνο με το χρόνο,
για να γιατρέψει απαλά μία παλιά πληγή,
να αδειάσει την ανάσα μου από τη φυλακή της.
Σε ισορροπία εκεί, η απόπειρα συναντά καμιά φορά,
μαινόμενη ενάντια στους καρπούς, μία πρησμένη σελήνη
κι αφήνει το ψωμί που το μπερδέψαν με φιλί,
αφήνει τη σελίδα του βιβλίου απρόσεχτα ανοιχτή,
αφήνει κάτι ανείπωτο, το τηλέφωνο κατεβασμένο
και την αγάπη, ό,τι κι αν ήταν, ένα λοιμώδες νόσημα.
3 Φεβρουαρίου 1964
***
Η παρούσα μετάφραση περιλαμβάνεται στην ανθολογία "Anne Sexton - Ποιήματα" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Printa.
Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010
Η γέρικη καρδιά του νάνου
Είναι αλήθεια. Μεγάλη αλήθεια.
Ποτέ δεν ένιωσα άνετα με τη ζωή.
Σάπιζα κι ήμουν παιδί ακόμα.
Henderson , ο βασιλιάς της βροχής, του Saul Bellow
Όταν ξαπλώνομαι στο έρωτα
η γέρικη καρδιά του νάνου αποδοκιμάζει.
Γεννήθηκε γριά, σαν βλάκας,
τα μάτια της ανοίγουν μέσα από τριάντα μία
παχιές πτυχώσεις δέρματος
να με κοιτάξουν άγρια
πάνω σε τούτο το τρεμάμενο κρεβάτι.
Γνωρίζει από τι σαπίλα είμαστε φτιαγμένοι.
Όταν πληγώνεται, γίνεται απότομη.
Τώρα είναι συμπαγής, σαν λίπος,
σαν κότα πράσινη στη σκόνη
που ασθμαίνει. Όμως, αν δω στον ύπνο μου τον έρωτα,
τότε τα όνειρά μου είναι για ξένους που γρυλίζουν.
Εκείνη, παράξενη, παράξενη και διεφθαρμένη,
ονειρεύεται ότι...
Μα Θεέ μου, πόσα πράγματα γνωρίζει!
Χειρότερα ακόμα, πόσες πληγές κρατά
στα χέρια της να φωλιάζουν εκεί σαν σοδειά
παρατημένου αγρού. Μα στα καλύτερά της
είναι ολόκληρη μυς κατακόκκινος
που σφύζει καθώς την καλοπιάνει ο χρόνος.
Όπου κι αν πάω, πηγαίνει.
Ω, τώρα που ξαπλώνομαι στον έρωτα
πόσο αλλόκοτα τα χέρια της ανοίγουν,
με τι υπομονή ξεμπλέκω τους καρπούς της
ίδιους κόμπους. Παλιό στολίδι, παλιά γυμνή γροθιά,
κι αν φόραγα εβδομήντα πανωφόρια
πάλι δε θα μπορούσα να σε κρύψω...
Από μάνα και πατέρα είμαι φτιαγμένη.
***
Η παρούσα μετάφραση περιλαμβάνεται στην ανθολογία "Anne Sexton - Ποιήματα" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Printa.
Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2009
Ο δήμιος
Λογικό, λογικό, λογικό... περάσαμε από
δέκα οίκους – έτσι τους λένε, οίκους -
ψάχνοντας ένα θάλαμο να δέχονται μωρά
που μοιάζουνε με σένα. Κάθε φορά, τα μάτια αυτά
που δεν ανήκουν σε κανέναν
καρφώνονταν επάνω μας,
αυτοί οι επισκέπτες
από το δρόμο που σαλεύει εκεί έξω.
Κοιτούσαν, ναι, αλλά δεν είχανε ιδέα για το χρόνο
εκεί στον οίκο όπου τα μωρά δε μεγαλώνουνε ποτέ.
Αγόρι μου, αθώος και πράος ο εγκέφαλός σου,
μα απαρχαιωμένος.
Τα πιο καινούρια φάρμακα κι η ταραχή της οικογένειας
πίσω σε τράβηξαν ξανά,
εκείνες τις πολλές φορές που πήγες να πεθάνεις.
Κόντρα στην ένοχη ευχή μου, αέρα πήραν
οι βουλωμένες αρτηρίες σου και έβγαλαν φωνή,
όπως ο Λάζαρος.
Η μάνα σου είπε στην αρχή ... γιατί εγώ! Γιατί σ' εμένα!
Μα το ξεπέρασε. Σήμερα απολαμβάνει
την ανιαρή φροντίδα κάθε μέρας μαζί με τον φρενήρη
ηρωισμό της.
Εσύ δεν αγαπάς κανέναν. Αυτή δε μεγαλώνει ένα παιδί.
Μεγαλώνει μία πέτρα που θα δέσει στο λαιμό της.
Μερικές νύχτες στο κρεβάτι μας, εκείνη ροχαλίζει επάνω μου
με στόμα παγωμένο
κι άλλοτε, όπως γυρνάει και τα φιλιά της αναδύονται απ' τη θάλασσα,
φέρνω στο νου μου ιστορίες κακές
για τέρατα και για ναυάγια.
Φέρνω στο νου μου εκείνη τη σκανδιναβική ιστορία
γι αυτόν το βασιλιά που σκότωσε εννέα γιους του στη σειρά.
Σφαγιάστηκαν στη χονδρική,
μοιράζονταν μονάχα μια ζωή,
όπως εσύ, γιε μου,
τη δική μου.
***
Η παρούσα μετάφραση περιλαμβάνεται στην ανθολογία "Anne Sexton - Ποιήματα" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Printa.
Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009
Η σύζυγος του αγρότη
Απ'της χωριάτικης λαγνείας το χυλό
και τη μικρή ζωή τους στο Ιλινόι
αλλά κι απ' τα χωράφια τους
που 'ναι αγριόχορτα γεμάτα
φαίνεται πως εδώ και δέκα χρόνια
εκείνη είναι η συνήθειά του.
Έτσι κι απόψε αυτός θα πει
“Έλα, γλυκιά μου, πάμε”
κι αυτή δε θα απαντήσει
πως κάτι παραπάνω πρέπει να υπάρχει στη ζωή
απ' τη μικρή, λαμπρή τους γέφυρα
που στο τραχύ και δυνατό κρεβάτι καταλήγει-
απ' το αργό, τυφλό του άγγιγμα
που μοιάζει φως βαρύ, φτιαγμένο απ' το Θεό,
εκείνη την παλιά χειρονομία αγάπης
που πάντα την επιζητεί κι ας την αφήνει μόνη
στο τέλος, αναδομημένη,
με το νου να ξεμακραίνει απ' αυτόν
να ζει με τις δικές της λέξεις τον εαυτό της
και να μισεί τον ίδιο τον ιδρώτα του σπιτιού τους
όταν ξαπλώνουν τελικά σ' όνειρα χωριστά.
Και τότε, πώς τον παρακολουθεί
να παραμένει δυνατός ακόμα κι όταν
άτσαλα κοιμάται, ως συνήθως.
Τα νιάτα της παίρνουνε σβάρνα
το γαμήλιο τους κρεβάτι
κι εκείνη εύχεται
να ήταν ανάπηρος, ή ποιητής,
ή έστω μόνος του ή, κάποιες φορές,
αγάπη μου, καλύτερα, νεκρός.
***
Η παρούσα μετάφραση περιλαμβάνεται στην ανθολογία "Anne Sexton - Ποιήματα" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Printa.
Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009
Το κεφάλι που περιμένει
Αν πράγματι βαδίζω όπως συνήθως
έξω απ' το ίδιο αναρρωτήριο, στον ίδιο δρόμο εδώ κοντά
και βλέπω άλλο ένα κεφάλι, να περιμένει στο παράθυρο ψηλά
έτσι όπως καθόταν πάντα εκείνη
στην ξύλινη καρέκλα της, να περιμένει όποιον να' ναι,
τότε τα πάντα γίνονται. Ξέρω μονάχα
ότι σε δερματόδετα τετράδια έγραφε κάθε βράδυ
ότι κανείς δε φάνηκε. Θυμάμαι, φυσικά, τα δάχτυλά της
που αγκιστρώνονταν σφιχτά γύρω απ' τα δικά μου,
όμως και σήμερα ακόμα δε θα πω
πόσες φορές απέφυγα το δρόμο τούτο
όπου εκείνη απλά συνέχιζε να ζει, σαν ζαρωμένο σύκο,
και μας ξεχνούσε, έτσι κι αλλιώς.
Επισκεπτόμουν το φιλί το μαραμένο,
έσκυβα να της ξανακάνω τα χατίρια,
τη μουχλιασμένη της περούκα να χτενίσω και
να αναγκάσω την αγάπη να διαρκέσει.
Τώρα είναι πάντα πεθαμένη, τα δερματόδετα τετράδια
μου ανήκουν.
Σήμερα βλέπω το κεφάλι να κινείται,
σαν άγγελος βλογιοκομμένος, σ' εκείνο το παράθυρο ψηλά.
Τι κάνει αυτό το κεφάλι που περιμένει; Μοιάζει ολόιδιο.
Θα σκύψει να με δει όπως γυρνώ να φύγω;
Νομίζω πως το ακούω να μου φωνάζει
όμως κανείς δεν φάνηκε, κανείς δεν φάνηκε.
***
Η παρούσα μετάφραση περιλαμβάνεται στην ανθολογία "Anne Sexton - Ποιήματα" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Printa.
Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009
Ξιφολόγχη
Τι μπορώ να κάνω μ’ αυτή την ξιφολόγχη;
Να στήσω μία τριανταφυλλιά;
Ή να τη χώσω στο φεγγάρι;
Ή μήπως με την κόψη της να ξύριζα τα πόδια μου;
Ή μήπως να καμάκωνα ένα ψάρι;
Όχι. Όχι.
Την έφτιαξα
για σένα
στα όνειρά μου.
Τα μάτια μου ήταν κλειστά.
Ήμουν σε στάση εμβρυακή,
όμως μια ξιφολόγχη είχα στα χέρια μου
που προοριζόταν για τη γη του στομαχιού σου.
Ο αφαλός το αίνιγμά του τραγουδούσε.
Τα έντερα ελίσσονταν σαν δρόμοι αλπικοί.
Φτιάχτηκε για να εισέλθει μέσα σου
όπως εισήλθες μέσα μου εσύ
και κόβοντας να σε γεμίσει φως της μέρας,
να ελευθερώσει τη θαμμένη σου ενδοχώρα,
να ελευθερώσει το κουτάλι που με τάισες,
να ελευθερώσει το πουλί που είπε άντε γαμήσου,
να το σμιλέψει σε άγαλμα μέχρι να γίνει άσπρο,
και τότε θα μπορούσα να το βάλω σε ένα ράφι,
ένα αντικείμενο άλογο σαν πέτρα,
όμως με όλους τους παλμούς
ενός σταυρού του μαρτυρίου.
***
Η παρούσα μετάφραση περιλαμβάνεται στην ανθολογία "Anne Sexton - Ποιήματα" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Printa.
Το στήθος
Αυτό είναι το κλειδί.
Αυτό είναι το κλειδί για όλα.
Μονάκριβο κλειδί.
Είμαι χειρότερη κι απ’ τα παιδιά του θηροφύλακα,
που σκόνη και ψωμί τσιμπολογάνε.
Ορίστε, εδώ είμαι, με το άρωμά μου προκαλώ.
Άσε με να ξαπλώσω στο χαλί σου,
στο αχυρένιο στρώμα σου – σε ό,τι έχεις πρόχειρο
γιατί μέσα μου το παιδί πεθαίνει, πεθαίνει.
Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2008
Η ανάκριση του άντρα με τις πολλές καρδιές
Ποια είναι αυτή που έχεις στην αγκαλιά σου;
Είναι αυτή στην οποία εναπόθεσα τα οστά μου
κι έχτισα ένα σπίτι που ήταν μόνο μία κλίνη
κι έχτισα μια ζωή που κράτησε πάνω από μία ώρα
κι έχτισα ένα κάστρο όπου δε ζει κανείς
κι έχτισα, τελικά, ένα τραγούδι
για να ταιριάζει με την τελετή.
Γιατί την έφερες εδώ;
Γιατί χτυπάς την πόρτα μου
με τα λιγοστά σου αποθέματα και τα τραγούδια σου;
Ενώθηκα μαζί της όπως ενώνεται ο άντρας
με τη γυναίκα, αν και δεν υπήρχε χώρος
για εορτασμούς και τυπικότητες
κι αυτά τα πράγματα μετράνε, ξέρετε, για μια γυναίκα.
Και ζούμε, βλέπετε, σε κλίμα ψυχρό
και δεν μας επιτρέπεται να φιλιόμαστε στο δρόμο
έτσι επινόησα ένα τραγούδι που δεν ήταν αληθινό.
Επινόησα ένα τραγούδι που το λένε Γάμο.
Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2008
Φεύγεις, έφυγες
Πάνω από πέτρινους τοίχους και αχυρώνες,
χιλιάδες μίλια μακριά από τις μαυρομάτες Σούζαν,
πάνω από σκηνές του τσίρκου και σεληνακάτους
φεύγεις, φεύγεις.
Εσύ που με κατοίκησες
στο πιο βαθύ και πιο σπασμένο μου κομμάτι,
φεύγεις, φεύγεις.
Μια γριά γυναίκα σε φωνάζει.
Από το νεκροκρέβατό της, όλο πόνο
σε ρωτά «Λοιπόν, τι θα σου μείνει από δαύτη;».
Είναι ο πυρήνας όλων των μύθων.
Είναι η τρελή του δείπνου
κι εσύ ο ταξιδευτής.
Παρά το ότι βιάζεσαι
σταματάς για ν’ ανοίξεις ένα μικρό καλάθι
και κάτω από τακτοποιημένα μισοφόρια
της δείχνεις τα μάτια με τις ραβδώσεις της τίγρης
που ξερίζωσες πρόσφατα,
της δείχνεις την ειδικότητά σου, τα χείλη,
αυτές τις δύο πρέσες
που άγρια τη σφίγγουν.
Το ένας χείλος μου ανήκει,
το άλλο είναι δικό σου.
Αποσπάστηκαν απ’ το οστό του καρπού
όταν ξεχύθηκες
στην ακατόρθωτη φυγή, έφυγες.
Τότε ακουμπάς το καλάθι
στην κούφια ποδιά της γριάς.
Ως τελευταία πράξη εκείνη χαϊδεύει
αυτά τα τεχνουργήματα σα να ‘ταν παιδικό κεφάλι
και μουρμουρίζει «πολύτιμα, πολύτιμα».
Κι εσύ χαίρεσαι που της τα 'δωσες
γιατί κι αυτή, ένα ταξίδι κάνει.
***
Η παρούσα μετάφραση περιλαμβάνεται στην ανθολογία "Anne Sexton - Ποιήματα" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Printa.
Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2008
Η μαύρη τέχνη
Μια γυναίκα που γράφει βιώνει με υπερβολή
αυτές τις στιγμές έκστασης και τους οιωνούς!
Σα να μην έφταναν οι κύκλοι της
και τα παιδιά και τα νησιά. Σα να μην έφταναν
οι πενθούντες κι οι κουτσομπόληδες και τα λαχανικά.
Νομίζει ότι μπορεί να ζεστάνει τ’ αστέρια.
Ο συγγραφέας είναι ουσιαστικά κατάσκοπος.
Αγάπη μου, εγώ είμαι αυτό το κορίτσι.
Ένας άντρας που γράφει γνωρίζει υπερβολικά πολλά,
τόσα μάγια και φετίχ!
Σα να μην έφταναν
οι στύσεις και οι συνουσίες και τα προϊόντα.
Σα να μην έφτασαν ποτέ
οι μηχανές και οι γαλέρες και οι πόλεμοι.
Φτιάχνει ένα δέντρο με χρησιμοποιημένα έπιπλα.
Ο συγγραφέας είναι ουσιαστικά απατεώνας.
Αγάπη μου, εσύ είσαι αυτός ο άντρας.
Ποτέ δεν αγαπάμε τον εαυτό μας,
μισούμε ως και τα παπούτσια μας και τα καπέλα,
αγαπάμε ο ένας τον άλλον, πολύτιμος, πολύτιμη.
Τα χέρια μας είναι αχνά γαλάζια και απαλά.
Τα μάτια μας γεμάτα τρομερές εξομολογήσεις.
Μα όταν παντρευόμαστε
τα παιδιά φεύγουν με αηδία.
Υπάρχει υπερβολικά πολύ φαγητό
και δεν έχει απομείνει κανείς
για να αποφάει όλη αυτήν
την αλλόκοτη αφθονία.
****
Το πρωτότυπο εδώ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)













